- αδιάβρωτος
- ος , ον1) неразъёденный, не подвергшийся коррозии; 2) коррозиестойкий, коррозиеустойчивый
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
αδιάβρωτος — η, ο [διαβρώνω, διαβιβρώσκω] αυτός που δεν έχει υποστεί ή δεν μπορεί να υποστεί διάβρωση … Dictionary of Greek
αδιάβρωτος — η, ο αυτός που δεν έπαθε ή δεν μπορεί να πάθει διάβρωση: Στο σημείο εκείνο το έδαφος είχε μείνει αδιάβρωτο … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)